Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

ΔΑΝΕΙΖΟΜΑΙ, ΠΡΟΣΕΧΩ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ


ΔΑΝΕΙΖΟΜΑΙ, ΠΡΟΣΕΧΩ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ.


Το παιδί ζήτησε:
Πες μου βιβλίο για κείνη τη χώρα τη μακρινή,
 που οι άνθρωποι είναι τόσο διαφορετικοί.
Πες μου για την ανάγκη που νιώθει η καρδιά,
 όταν ζητάει μια ζεστή αγκαλιά.
Πες μου για τον φίλο μου, που είναι μακριά 
και νιώθω τόσο μόνο στη παιδική χαρά.
Πες μου για κείνο το σπίτι το γκρεμισμένο 
και για το παιδί, που κάθεται απ' έξω πεινασμένο.
Και είπε το βιβλίο:
Θα σου πω, για κάθε τι που θέλεις και ρωτάς
 και στα στενά του μυαλού, πολλές φορές τα συναντάς.
Πριν όμως απ' όλα αυτά, θα ξεκινήσω με μία φράση παλιά.
Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα ορεινό χωριό... 
και έδωσε ένα τέλος χαρωπό που έσταζε γλύκα σαν ζαχαρωτό.
Βιβλίο μου σε ευχαριστώ!

-Τι είναι το βιβλίο; Ένα πράγμα. Κάτι που μαθαίνεις ότι λέει, κάτι που δεν ξέρουμε, που διαβάζουμε, που έχει γράμματα, κάτι που διαβάζουμε τον τίτλο, κάτι που έχει εικόνες και κάτι που έχει σελίδες.
-Κάθε βιβλίο κρύβει κάτι διαφορετικό: Βιβλίο εκεί βιβλίο εδώ απ' το εξώφυλλο προσπαθώ να βρω τι μπορώ να μάθω σε αυτό! Ποια βιβλία γνωρίζουν τα παιδιά. Τα αναφέρουν ονομαστικά: Σχολικά, επιστήμης, παραμύθια, ιστορικά, ιατρικά, εγκυκλοπαίδειες, κλπ. Σκορπίζουμε διάφορα είδη και τα παιδιά μαντεύουν από το εξώφυλλο σε τι μπορεί να αναφέρεται κάθε βιβλίο. Ξεχωρίζουμε τα παιδικά από τα βιβλία για μεγάλους.
-Που μπορεί να ξεκουραστεί ένα βιβλίο; Στη ντουλάπα, στο συρτάρι, στο κομοδίνο, στη βιβλιοθήκη στο γραφείο, στο πάγκο, στη τσάντα και στο τραπέζι.
-Που σ' αρέσει να διαβάζεις ένα βιβλίο; Μπορείς να μας το δείξεις; Στη καρέκλα,στο κρεβάτι ξαπλωμένη, στο κρεβάτι καθιστή, στο καναπέ του σαλονιού και στο κάθισμα του αυτοκινήτου.



- Σε μια "βιβλιοθήκη": Τα παιδιά ανά δύο διαλέγουν ένα βιβλίο και μέσα σε απόλυτη ησυχία το μελετούν. Την ώρα που η βιβλιοθηκάριος τελειώνει τον χρόνο, γιατί η βιβλιοθήκη πρέπει να κλείσει, τα παιδιά παραδίδουν τα βιβλία τους και υποθέτουν το θέμα του βιβλίου, σύμφωνα πάντα με τις εικόνες που είδαν. Μετά όλοι μαζί τοποθετούν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του σχολείου, σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό.


- Παίζουμε; Ποιος μπορεί να φτιάξει πρώτος το εξώφυλλο; Σκορπίζουμε διάφορα βιβλία στην παρεούλα και καλούμε τα παιδιά να διαλέξουν ένα. Στα τραπέζια έχουμε σκορπισμένα και σε κομμάτια σαν παζλ τα εξώφυλλα των βιβλίων. Τα παιδιά πρέπει να βρουν τα κομμάτια που αντιστοιχούν στο βιβλίο που διάλεξαν και να το φτιάξουν. Ποιος θα είναι ο πιο γρήγορος; Το παίζουμε και αντίστροφα. Διαλέγουν ένα παζλ και το φτιάχνουν και βρίσκουν σε ποιο βιβλίο αντιστοιχεί.


-Ποιος είναι ο τίτλος μου; Το προηγούμενο παιχνίδι πιο απλοποιημένο. Μπορείτε να ξεκινήσετε από αυτό και μετά να συνεχίσετε με το εξώφυλλο. Ψάχνουν λοιπόν να βρουν το τίτλο σε κομμάτια και να τον αντιστοιχήσουν με το βιβλίο. Μπορείτε να ξεκινήσετε αν έχετε τη δυνατότητα με έγχρωμες φωτοτυπίες, πάντα το χρώμα βοηθά, και μετά να προχωρήσετε σε ασπρόμαυρες που χρειάζεται μεγαλύτερη παρατηρητικότητα από τα παιδιά.
-Αν ήμουν συγγραφέας... Στα παιδιά τίθεται το ερώτημα κι ενώ θα περιμέναμε να μας απαντήσουν τι πιο φυσιολογικό ότι θα έγραφαν παραμύθια ή βιβλία για παιδιά τα περισσότερα έδωσαν τη δική τους ενδιαφέρουσα επιλογή: Βιβλία ιστορικά, και επιστήμης είχαν τη τιμητική τους, βιβλία για ζώα, βιβλία για τη θάλασσα, βιβλία για τις χώρες, βιβλία με φαντάσματα, βιβλίο μαγείας, βιβλία με φαγητά και γλυκά. και φυσικά διάλεξαν και έναν ευφάνταστο τίτλο. Πάρτε ένα δείγμα:
- Το βιβλίο της μαμάς (μαγειρική)
- Το βιβλίο των Ωκεανών
- Θάλασσα τι κρύβεις;
- Η επιστήμη για να μάθεις
-  Ο Γύρος του κόσμου
- Τα γλυκά και τα φαγητά που μας αρέσουν
- Το βιβλίο της μαγείας και της μαγισσας
- Που ζουν τα ζώα
- Φαντασματάκια γεια σας!
- Ιστορικές Ιστορίες
- Οι Αρχαίοι ήρωες
- Αν ήμουν εικονογράφος... Σε άλλη φάση ζητείται από τα παιδιά να δημιουργήσουν ένα εξώφυλλο βιβλίου. Μετά λοιπόν από παρατήρηση διαφόρων ειδών εξωφύλλου και πολλή συζήτηση αποφάσισαν να ζωγραφίσουν το δικό τους εξώφυλλο. Πολυχρωμία, σχέδια και ζωγραφιές, τίτλος χρωματιστός, όνομα συγγραφέα και εικονογράφου όλα τα είχε αυτό το εξώφυλλο.

ΒΙΒΛΙΟΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Την ιδέα την είχαμε αποθηκευμένη από χρόνια. Τη  βγάλαμε από το σεντούκι μας μιας και ο εμπνευστής ήταν η δημιουργική συνάδελφος Αννα Μαρκάκη  από μια παλιά ανάρτηση  ΕΔΩ
και την εμπλουτίσαμε.
Τα δικαιώματα ειπώθηκαν από τα παιδιά και εμείς τα καταγράψαμε βάζοντας τη δική μας πινελιά με ρίμα στο στόμα του Βιβλιούλη μας:
5 Δικαιώματα έχω και εγώ
σαν τα δαχτυλάκια του χεριού σου θαρρώ!
Εύκολα, λοιπόν, θα τα θυμάσαι
όταν συντροφιά μου θα 'σαι!



- Μεγαλώνει μεγαλώνει...η πρόταση: Πώς θα φτιάξουμε ένα παραμύθι; Με λόγια φυσικά. Με λέξεις, με γράμματα, με φαντασία, με...με...με... 
ΜΙα φορά κι έναν καιρό...Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας! 
Ξεκινώντας λοιπόν να φτιάξουμε το δικό μας παραμύθι με παιχνίδι. Ξεκινάμε την πρόταση και ζητάμε από τα παιδιά να συνεχίσουν βάζοντας ο καθένας μια λέξη, μια λεξούλα τόση δα για να γίνει η ιστορία πιο όμορφη.
Μια φορά κι έναν καιρό...
Μια φορά κι ε΄ναν καιρό ήταν ένα σκιουράκι....
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό και χαριτωμένο σκιουράκι...
και πάει λέγοντας! Πού πάει όπου τα παιδιά το πάνε.
Ένα παραμύθι για να ειπωθεί πρέπει με λεξούλες να ντυθεί.
Να βάλει τα καλά του να στολιστεί και με φαντασία να λουστεί.
Ποιος θα κάνει τι και που θε να βρεθεί
γιατί θα γίνει αυτό που κανείς δε θα σκεφτεί...
Μια φορά κι έναν καιρό μπήκα και εγώ μες στο χορό
βρέθηκα σε τόπους μαγικούς μίλησα με χαρακτήρες φανταστικούς.
Έμπλεξα σε περιπέτειες που θα θέλεις να ακούς
κι έπλεξα ένα τέλος που δεν έχει κακούς!
                                                    Ν.Ε.

- Μια εικόνα μιλά και η φαντασία τής κάνει συντροφιά: Παρατηρούμε την εικόνα και φτιάχνουμε τη δική μας ιστορία, ταξιδεύοντας στο κόσμο των παραμυθιών. Από κει φέρνουμε πίσω το δικό μας μήνυμα.


Στην άκρη της θάλασσας παιδί διαβάζει και με αγάπη το βιβλίο του κοιτάζει.


Μα βλέπει στα μάτια του βιβλίου ένα δάκρυ και το ρωτά τι το πειράζει.
Η βιβλιοψυχή μιλά και στο κορίτσι απαντά:
-Βαρέθηκα στο τόπο τούτο. Θέλω φτερά να βγάλω σαν τα πουλιά και να πετάξω μακριά.


Νεράιδα της θάλασσας, έλα κοντά και κάνε ξανά το βιβλίο μου να χαμογελά.
Γλαροπούλι κατάλευκο, μικρό, χάθηκε ψηλά στον ουρανό.


Μετά από μέρες γύρισαν από το ταξίδι το μακρινό και κούρνιασαν στο βιβλίο το παιδικό.
Δεν ήταν ένα, μα πάρα πολλά και έφεραν πίσω μηνύματα
  από παραμύθια παλιά και όχι μοναχά.

Ταξιδιάρικο σελιδοπούλι, τι κρατάς στο ράμφος σου γερά;
Πες το και περιμένουν τα παιδιά!

Η μικρή γοργόνα μου είπε ότι θα ακούει τον μπαμπά της.
Ο Ρούντολφ το ελαφάκι, να μη κοροϊδεύουμε τους φίλους μας.
Η Κοκκινοσκουφίτσα , ότι θα ακούει τη μαμά της.
Ο Πινόκιο, να αγαπάμε την αλήθεια.
Ο Βιβλιοπόντικας, να αγαπάμε τα βιβλία.
Ο λύκος μου είπε ότι έκανε λάθος που έφαγε τα κατσικάκια.
Η Σταχτοπούτα , ότι, όταν φεύγουμε από κάπου να παίρνουμε τα παπούτσια μας.
Η Ωραία Κοιμωμένη, ότι θα παντρευτεί τον πρίγκιπα.
Ο Κοντορεβυθούλης μου είπε να μη πηγαίνουμε σε ξένα σπίτια που μένουν γίγαντες.
Η Χιονάτη, ότι η μαμά της έχει πεθάνει και
η Πεντάμορφη, ότι να αγαπάμε όλο τον κόσμο.


Σου 'φτιαξα κάτι με τα χεράκια μου κάτι κι εγώ
 για να μη σε τσαλακώνω όταν θέλω πια να ξεκουραστώ.
(σελιδοδείκτης με κολάζ, ζωγραφική με νερομπογιές
 και τα γράμματα του ονόματος του κάθε  παιδιού)


Βλέπω και παρατηρώ και προσπαθώ να αποδώσω αυτό που κοιτώ!





Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Ο ΜΗΤΣΟΣ Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ


O ΜΗΤΣΟΣ Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ



Είμαι ο Μήτσος ο πραματευτής 
και σε μένα ότι θελήσεις, δεν θα το βρεις.
Σ' αυτή τη καλαθούνα, 
που μου έδωσε η μάνα απ' το χωριό, 
κουβαλάω και πουλάω ότι είναι γλυκό!
Γλυκό και κρυφό, αν έχεις
βάλει στην άκρη ένα ευρώ.
Ξέρω, ότι ξέρεις τη λέξη που τη μπερδεύω
 και πάντα μέσα από ένα -ποτάμι- τη γυρεύω.
Εγώ όμως, είμαι παιδί του χωριού 
και λέξεις δύσκολες, δεν κολλάνε στο νου.
Στου χωριού μου τα βουνά, λέγανε μία παροιμία παλιά.
"Φασούλι, το φασούλι, γεμίζει το σακούλι"
και ο Μήτσος που το ξέρει καλά, 
γυρνά και οργώνει κάθε γειτονιά!
Κοίτα λοιπόν στη τσέπη σου, αν έχεις  παρά
 και πλησίασε να διαλέξεις μια λιχουδιά!

Εδώ ο Μήτσος ο πραματευτής, που είναι γνωστός στα πέρατα της γης!

Ο Μήτσος διαλαλεί τη πραμάτεια του και την απλώνει.Οι πελάτες μπαίνουν στη σειρά για να αγοράσουν αυτό που θα διαλέξουν, δίνοντας το σωστό αντίτιμο. Όλα, πάνω στο πάγκο του Μήτσου, έχουν μία αναγραφόμενη τιμή.





" Αποταμίευσα " λέξεις που τελειώνουν σε -ό- 
και σκέφτηκα να φτιάξω ένα ποίημα μικρό.
Μη φανταστείς, κάτι σπουδαίο και τρανό.
 Να! κάτι στο ύψος του ενός ευρώ.

Παίρνουμε τη λέξη ευρό και βρίσκουμε λέξεις που της "ταιριάζουν" ακουστικά ( αυγό, τρελό, παλιό, μικρό, χνουδωτό, χωριό,παρδαλό κ.α) και μετά διαλέγοντας μία φτιάχνουμε το ανάλογο δίστιχο. κάπως έτσι:



Άκουσε πως η δικαιοσύνη είναι τυφλή 
και ήθελε να δοκιμάσει για λίγο να γίνει στραβή.

Το παιδί διαλέγει το σημείο που θα ξεκινήσει και τον βοηθό ,που θα του δίνει οδηγίες. Πρέπει να μπει στον κύκλο, να πάρει ένα νόμισμα και να το βάλει στον κουμπαρά.


Μπορεί το χρυσάφι να αγοράσει την αγάπη, χωρίς να χυθεί ούτε ένα δάκρυ;
(ο μύθος του Μίδα, όπως τον φαντάστηκαν τα παιδιά)


Ο Ίππο ο ευροφαγάς μας λέει σαν σοφός μπαμπάς...¨




Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

ΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ...


AΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ...

Αν ο πόλεμος ήταν παιχνίδι, 
σ' όλη τη γη θα ακουγόταν μια ανέμελη, παιδική φωνή.

Η γερμανική κατοχή στέρησε πολλά από τη Ελλάδα 
και τα φυλάκισε σε ένα μαύρο κουτί. Διαλέγεις μια εικόνα.



 περνάς τη γέφυρα του Γοργοπόταμου,



προσεχτικά, κάτω από το γερμανικό στρατόπεδο και


και χαρίζεις στην Ελλάδα αυτό που έχει στερηθεί.


Όταν ένας λαός πολεμάει για τη λευτεριά, 
σίγουρα η νίκη θα ξεπροβάλει στην απλωσιά!


Αν μια εικόνα θα μπορούσε να μιλήσει, 
η φωνή του στρατιώτη του '40, πως θα μπορούσε να "αντηχήσει";



 Αν μέσα από τη λεβάντα και τη πολυκαιρία, 
ξεπηδούσε μια παλιά φωτογραφία,
θα μπορούσε να θυμίσει την ένδοξη ιστορία.







Αν η κλωστή θα μπορούσε να ζωγραφίσει πάνω στο πανί, 
παντού θα ακουγόταν του πολέμου η ιαχή.

 


Αν θέλουν να σου πάρουν τη  Πατρίδα, θυσιάζεις τα πάντα με μια ελπίδα:
Να λάμπει ο ήλιος και να γελά,
 με τα αστεία που του λέει η Λεφτεριά! 

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

ΑΣΠΡΟΓΑΛΑΝΟ ΠΑΝΙ


ΑΣΠΡΟΓΑΛΑΝΟ ΠΑΝΙ



Ένα σύμβολο κάθεται στην άκρη βουβό, 
μη νομίζεις όμως ότι είναι ντροπαλό.
Έχει "άλαλη" μιλιά.
Σου μιλά όταν όλα είναι καλά 
και για τη δικαιοσύνη που πρέπει να κυβερνά.
Σου απαγορεύει να κάνεις φασαρία 
και σε ταξιδεύει στης ειρήνης τη νηνεμία.
Ανεβαίνει σε ένα κοντάρι ψηλά 
και σου μιλά για μια πατρίδα με ασπρογάλανη ματιά!

-Τι είναι το σύμβολο για τα παιδιά;(ένα σήμα, το γράφουμε, η απελευθέρωση της Λήμνου, η ελληνική σημαία)
Που μπορούμε να συναντήσουμε ένα σύμβολο; (Στην εκκλησία, το σταυρό- στο μυστικό, να μη το πούμε σε κανένα- στον θησαυρό, το Χ πάνω στην άμμο και στον χάρτη-στον σερίφη, το αστέρι και στον πυροσβέστη, τη φωτιά)
Είδαμε μερικά σύμβολα και φανταστήκαμε τι μπορούν να σημαίνουν. Τα συζητήσαμε και παίξαμε μ αυτά.(ζητώ ειρήνη, ζητώ δικαιοσύνη, ζητώ απόλυτη ησυχία κοκ)


-Αν μπορούσαμε να φτιάξουμε τα δικά μας σύμβολα, τι θα μπορούσαμε να ορίσουμε; (αγάπη-καρδιά, φόβος-σκοτάδι, θυμός-φατσούλα, εφιάλτης-νεκροκεφαλή, χαρά-χαμόγελο, πόνος-δάκρυα)


- Μέσα από τη λογοτεχνία διαβάσαμε το "Ασπρογάλανο πανί" της Γαλάτειας Σουρέλη.

ΑΣΠΡΟΓΑΛΑΝΟ ΠΑΝΙ

Mιλούσανε δυο νεράιδες:
— Τι σημαία να δώσουμε σ' αυτή τη χώρα; είπαν κι έδειξαν την Ελ­λάδα.
— Ας ρωτήσουμε την ίδια, είπε η μια.
— Ας ρωτήσουμε, συμφώνησε και η άλλη.
Βρήκαν την Ελλάδα να λούζεται σε μια καταγάλανη θάλασσα και να στεγνώνει κάτω από έναν ολόλαμπρο ήλιο.
— Κυρά, κυρά αρχόντισσα, κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, τι χρώμα θέλεις να 'χει η σημαία σου;
— Να ρωτήσω τα παιδιά μου, είπε η Ελλάδα.
Τα μισά παιδιά της ζούσαν στη στεριά, παιδεύονταν με τη γη και τα βουνά.
— Κυρά, κυρά αρχόντισσα, κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, σκληρός ο τόπος. Και η δουλειά σκληρή. Μα άσπρα περιστέρια οι ψυχές μας. Γι΄ αυτό άσπρη, ολόασπρη τη θέμε* τη σημαία μας.
Τα 'γραψε τα λόγια αυτά σε χρυσόδετο τεφτέρι η Ελλάδα.
— Ας πάω τώρα να ρωτήσω και τ' άλλα μου παιδιά, τα παιδιά της θάλασσας, είπε η Ελλάδα.
Τα βρήκε να παλεύουν με τα δίχτυα. Να τα τραβούν με κόπο, γιατί ήταν γιομάτα απ' ασημένια λαχταριστά ψάρια.
— Κυρά, κυρά αρχόντισσα κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, εμάς οι ψυχές μας είναι δοξασμένες στο γαλανό νερό. Τούτη η θάλασσα η μεγάλη, που μας δίνει χαρά και ζωή, θέλουμε να χωρέσει τη σημαία μας.
Τα 'γραψε και τούτα τα λόγια η Ελλάδα σε χρυσόδετο τεφτέρι και το 'δωσε, το τεφτέρι, στις νεράιδες.
— Έτσι να γίνει, είπαν εκείνες.
Και τότε μέσα από την αφρισμένη θάλασσα βγήκε τ' ασπρογάλανο πανί κι απλώθηκε σε ουρανό και γη. Κείνη την ώρα ο ήλιος άστραψε, έσκυψε, φίλησε το πανί και το φίλημά του έγινε ένας ολόχρυσος σταυρός.
— Η σημαία μας, είπε η Ελλάδα. Η σημαία για τα παιδιά της στεριάς, για τα παιδιά της θάλασσας.
Γαλάτεια Σουρέλη


Μια άλλη εκδοχή όμως μας δίνει το ποιημα του Ι. Χέλμη που μπορεί να "γεννήσει' δραστηριότητες λίγο αργότερα.

Πως έγινε η Σημαία μας
Ιω. Χέλμης

Στις ένδοξες του Εικοσιένα μέρες
ατρόμητοι όλοι οι πρώτοι πατέρες
σαν άκουσαν πως πόλεμος θα γίνει
για να 'ναι απ' τους εχθρούς ξεχωρισμένοι
να φτιάξουν μια σημαία αποφασίσαν.
Με γνώμη όμως καμιά δε συμφωνήσαν.
Γι' αυτό συνέλευση είπανε να κάνουν
όλοι μαζί τις γνώμες τους να βγάλουν
και να κρίνουν όλοι μαζεμένοι.
Μα εκεί που συλλογίζονταν σκυμμένοι
μ' ολόασπρη φουστανέλα οι Ρουμελιώτες
και με γαλάζιες βράκες οι Νησιώτες
πετιέται ένα αντρειωμένο παλικάρι
τραβώντας το σπαθί του απ' το θηκάρι
που το 'χε στεφανώσει με τη δόξα
και μια από τη φουστανέλα κόβει λόξα
κι από τη βράκα ένα κομμάτι
και "Να η σημαία μας" φωνάζει "Νάτη!"
σταυρώνοντας μεμιάς τα δυο κομμάτια
εμπρός στα δακρυσμένα όλων μάτια.

" Το ασπρογάλανο πανί" δραματοποιήθηκε από τα παιδιά:


-Όταν κοιτώ την Ελλάδα από ψηλά
 ποιο χρώμα μπορεί να πάρεις για τόση ομορφιά;



-Ως μάνα, θα ρωτήσω τα παιδιά μου, 
για το πιο χρώμα θα στολίσει τη καρδιά μου!


Σκυφτός οργώνει απ' την αυγή 
και περιμένει να δώσει καρπό η νοτισμένη γη.


Άσπρο σαν περιστέρι είναι η ψυχή 
και πάρτο μάνα να το βάλεις στου υφαδιού το πανί.


Πάρε μάνα, το μπλε της θάλασσας και ένα πινέλο αλμύρα 
αυτή η απεραντοσύνη, είναι η δική μας μοίρα.

   

Άσπρο από μια δουλεμένη ψυχή
 και μπλε από μία πλώρη που καρτερεί.


Νεράιδες σας έφερα τα χρώματα απ΄τα παιδιά μου.
Τώρα τελειώστε τη σημαία τη δικιά μου.


Ο ήλιος την εθαύμασε


σκύβει και δίνει ένα φιλί πάνω στο ιερό πανί.
Το φιλί γίνεται σταυρός χρυσάφι 
που σιωπηλά κρύβει μέσα του του λαού τα πάθη.



Ασπρογάλανο πανί, βαμμένο με την ελληνική ψυχή. 
(ομαδική εργασία)