Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

ΠΑΠΟΥΤΣΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΣΟΥ... ΚΑΙ ΝΑ 'ΝΑΙ ΦΟΡΕΜΕΝΟ


ΠΑΠΟΥΤΣΙ  ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΣΟΥ ... 

ΚΑΙ ΝΑ'ΝΑΙ ΦΟΡΕΜΕΝΟ!


Έχω κλείσει τα βιβλία και στη τσάντα τα 'χω βάλει, 
στη γειτονιά με περιμένουν, ο Μιχάλης και η Κάλλη.
Τι σχέση μπορεί να έχει το άρθρο και το ο, 
που αλλάζει μορφή κάθε λεπτό, με το κρυφτό και το κυνηγητό;
Φόρμα, παπούτσια και μπουφάν και άσε τα άσχημα πίσω να παν.
Παπούτσια εδώ, παπούτσια εκεί, μα που είναι το δεξί;
Μπροστά στη πόρτα είναι αφημένο ή κάτω από το κρεβάτι παρατημένο;
Δεν έχω μυαλό, ούτε σαν κουκούτσι, άμα δεν μπορώ να βρω ένα παπούτσι.
Και έχει δίκιο η μαμά, που φωνάζει για την τσαπατσουλιά.
Η ώρα περνά, η νύχτα θα 'ρθει και το παπούτσι έχει κρυφτεί.
Απελπισία με πιάνει , πανικός, δικό μου έργο αυτός ο χαμός.
Σαν χυμό πορτοκάλι, στύβω το κεφάλι, να βρω μια λύση στο λεπτό, 
πριν παίξω με τον εαυτό μου κυνηγητό και κρυφτό.
Μια ιδέα φοβερή, σαν λαμπάκι φωτεινή...
Αθλητικό παπούτσι φορά αριστερά και μποτάκι ορειβατικό στα δεξιά.
Μοδάτο ζευγάρι θα βγει στη γειτονιά και ας γελάσουν μαζί μου όλα τα παιδιά.
Θα τρέξω, θα παίξω, θα νικώ και άσε το παπούτσι να είναι διαφορετικό.
Φωνές, παλαμάκια ακούγονται στη γειτονιά, ενώ μια σαρανταποδαρούσα χαμογελά.
- Τι τυχερή μέρα η σημερινή! Τέτοιο δώρο δεν το περίμενα μέσα στην αυλή.
Σ' αυτό το παπούτσι το δεξί, πόσα πόδια να βάλω για αρχή;
Καμιά εικοσαριά, ή να περιμένω και το αριστερό μια άλλη φορά;
Ίσως, όταν η τύχη συναντήσει την τσαπατσουλιά και βγουν αγκαζέ στη γειτονιά.
                                                                                                       Λ.Ρ

-Γιατί φοράμε παπούτσια;Για να μην κρυώνουμε και αρρωστήσουμε.Να μην πατάμε ξυπόλητοι και μεταφέρονται βρωμιές. Είναι ζεστά και μας βοηθάνε να περπατάμε καλύτερα. Για να μην πατήσουμε αγκάθι, λάσπη και γυαλί. Γιατί οι κάλτσες μας θα γίνουν βρώμικες και θα τρυπήσουν. Για να μην καιγόμαστε στην άμμο.
Κάπως έτσι ξεκίνησε η ενότητα αυτή, γνωρίζοντας τα παπούτσια, τα επαγγέλματα που σχετίζονται με αυτά(βυρσοδέψης, τσαγκάρης, λούστρος).
-Λαϊκές εκφράσεις: Αφού τις συζητήσαμε, τα παιδιά άκουγαν μία πρόταση και ανέφεραν την έκφραση που θα μπορούσε να ταιριάζει στην πρόταση. Όπως:
Πρέπει να σιδερώσω, να ψωνίσω, να σιδερώσω και έχω λίγη ώρα... 
Ετοιμάζει τη βαλίτσα του...
Πάλι πέταξε την μπλούζα του κάτω...
Μου είπε ότι θα βρέξει, αλλά δεν πήρα ομπρέλα...
Δεν το θέλω το ψυγείο που μου δίνεις...
Όλα αυτά πρέπει να τα διαβάσω σήμερα...
Φύγε!
Του μίλησα τόσες φορές και δεν λέει να το καταλάβει...
Ο Στέλιος αγαπάει την Μαρία που είναι από το χωριό του...
Πάνω σε μια λαϊκή έκφραση είναι και το παρακάτω φύλλο εργασίας.
Σε ποιον θα έδινες τα παπούτσια στο χέρι και θα τον έστελνες σε άλλα μέρη;

-Αινίγματα χειροποίητα και παπουτσωμένα:Τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες και οι απαντήσεις των αινιγμάτων στο κέντρο. Η κόκκινη και η πράσινη ομάδα.Ένα αντίστοιχο κυβάκι κινείται στην απάντηση που θα πουν και οι νίκες σημειώνονται. Ποια ομάδα θα βρει τις περισσότερες απαντήσεις;
Αν βγάλεις και βάλεις κάτι στη κόλα, θα με συναντήσεις στα παπούτσια όλα.(σόλα)
Είμαι υλικό ακριβό, αλλά αν έχεις παρά θα περπατάς αναπαυτικά.(δέρμα)
Δεν είμαι κόκκινη, ούτε κολυμπώ στα βαθιά. Αν θες να με δεις κοίτα χαμηλά.(γλώσσα)
Περπατώ με το κεφάλι προς τα κάτω και τέτοια ζάλη που να τη βάλω;(καρφιά)
Τι είναι αυτό που περπατά, περπατά και πόδια δεν βλέπεις πουθενά;(παπούτσι)
Αν τυχόν μπερδευτεί, δεν βρίσκεις ούτε το τέλος, ούτε την αρχή.(κορδόνι)
Με τέτοια δεν μπορώ να μιλώ, ούτε να γλείφω παγωτό.(γλώσσα)
Όλη μέρα μπουκωμένα και το βράδυ αδειασμένα.(παπούτσι)
Φοράω παπούτσι μεγάλο ή μικρό; Κάτσε το νούμερο να δω.(σόλα ή γλώσσα)
Δεν είμαι μακαρόνι, ούτε ένα χελιδόνι. Είμαι ένα μακρύ(κορδόνι)

- Παπούτσι που μπορείς να βρεθείς; Δείχνουμε εικόνες παπουτσιών στα παιδιά και βρίσκουν μέρη που μπορεί αυτό το παπούτσι να βρεθεί και μέρη που ΔΕΝ μπορεί... Πχ.
 
Θα το φορούσα στο βουνό, στην εξοχή, στην ορειβασία κλπ. Δε θα το φορούσα στο γάμο, στην εκκλησία, στην παραλία...
Θα το φορούσα στο γάμο, στο χορό, στη δεξίωση...Δε θα το φορούσα στο πάρκο, στο δάσος, στο σπίτι κλπ.
-Τι έχεις παπούτσι μου μικρό; Τι σε τρόμαξε; Να δω; Τα παιδιά φαντάζονται το λόγο που το παπούτσι είναι τρομαγμένο και ζωγραφίζουν.

-Μέσα από μια παντόφλα πολυταξιδεμένη,και περήφανη πολύ: Γνωρίζουμε το Π, το στολίζουμε με λέξεις που αρχίζουν με την αφεντιά του και το γράφουμε σε ένα ζευγάρι πουέντ.

- Το πότε και το που, έπλασε την ιστορία ενός παλιού παπουτσιού:



- Το κυνήγι του χαμένου παπουτσιού. Που είναι, που; Δώδεκα ζευγάρια παπούτσια κρυμμένα μέσα στη τάξη. Τα παιδιά, ανά δύο, ακούν και ψάχνουν.
Πήρε τη σόλα αγκαλιά και ζητάει μακαρόνια με κιμά.(κουζινούλα)
Δεν πλάθω κουλουράκια, αλλά θα πάρω τα φορμάκια.(γωνιά πλαστελίνης)
Το παπούτσι ξεκινάει από Π και εκεί έχει κρυφτεί.(γωνιά γραμμάτων)
Ένα και ένα κάνουν δυο και θα τα φορέσω για να πάω για κρυφτό.(γωνιά μαθηματικών)
Σε ένα συρτάρι έχει χωθεί που γράφει ένα όνομα από Ι.
Θέλω ένα κούρεμα καλό και ένα βάψιμο κόκκινο ή μπορντό.
Όταν ακούω το μουουου, θα εκεί και όχι αλλού.(λεκάνη με ζώα)
Κάθομαι αναπαυτικά και ακούω προσεχτικά. (καναπές στην παρεούλα)
Το μεγάλο χαρτί το κάνει μικρό και το μικρό ακόμα πιο μικρό.(ψαλίδια)
Ήρθε και η Παρασκευή και χαίρομαι πολύ γιατί το Σάββατο και την Κυριακή θα πάω εκδρομή.(εκεί που έχουμε τις μέρες)
Θα φτιάξω λουλούδι με κομμάτια μικρά, κίτρινα, πράσινα, κοκκινωπά.(κουτί με ψηφίδες)
Λίγο γάλα θέλει θαρρώ, γιατί είναι ώρα για φαγητό.(κουνια με τα μωρά)
- Δεν έχω χρόνο πολύ, που άραγε έχουν κρυφτεί; Σε μια εικόνα έχουν κρυφτεί είκοσι παπούτσια. Τα παιδιά ανά δύο και με την κλεψύδρα να κυλά προσπαθούν να βρουν, όσο το δυνατόν περισσότερα.

-Σε ένα παντοφλοβουνό διαβαίνω και ζευγάρια γυρεύω:Οι παντόφλες όλες στο κέντρο της παρεούλας. Φτιάχνουμε ζευγάρια, τοποθετώντας τα σωστά(δεξί-αριστερό). Μπορούμε να βρούμε από ένα ζευγάρι ο καθένας μέσα στη τάξη;
Γνωρίζουμε την Ζευγαρωματού που της αρέσει να απλώνει σε σχοινί τα ζευγάρια που βρίσκει. Ας την βοηθήσουμε λίγο για να τελειώνει.
-Μαντεύω πόσα σε μία διαδρομή και ας μυρίζει η μπότα μου πολύ: Με χαρτοταινία τρεις διαδρομές. Τα παιδιά χωρισμένα σε ομάδες. Κάθε ομάδα υποθέτει πόσα παπούτσια χρειάζονται για να καλυφθεί αυτή την διαδρομή. Οι υποθέσεις γράφονται. Μετά την επαλήθευση κερδίζει η ομάδα με την μικρότερη απόκλιση.

-Για να δω τι νούμερο φοράω στα πόδια τα μικρά, άσε με να ψάξω προσεχτικά:Τα παιδιά ψάχνουν να βρουν το νούμερο που φοράνε, στη σόλα, στη γλώσσα ή στον πάτο και σημειώνουν το αρχικό του ονόματος τους πάνω στον πίνακα. Ποια παιδιά φοράν το ίδιο νούμερο; Ποιος φοράει το μικρότερο;Ποιος το μεγαλύτερο;Κάποια παπούτσια δεν είχαν νούμερο και τα μετρήσαμε με κάποιο άλλο που μας φάνηκε ίσο.
-Ε! 28 νούμερο φορώ και όχι βάρκα στο γιαλό: Τα παιδιά φορώντας μεγαλύτερα παπούτσια προσπαθούν να καλύψουν μια ορισμένη διαδρομή. Ποιος θα τα καταφέρει να φτάσει πρώτος;
-Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό.Έχασα τη μάνα μου και ψάχνω να την βρω. Παπούτσια δεν μου δίνει, να πάω στο χορό: Παραδοσιακό παιχνίδι της γειτονιάς.

-Το παπούτσι σου βρωμάει, άλλαξε το:Το λάχνισμα αυτό βάζει τα παιδιά στον κύκλο. Όποιο παιδί τύχει στο τέλος του λαχνίσματος, πρέπει να βάλει στο κέντρο το δεξί ή το αριστερό του παπούτσι, ανάλογα με την εντολή που θα ακούσει. Το λάθος παπούτσι-απάντηση βγαίνει από τον κύκλο. Οι μονοσάνδαλοι Ιάσονες απαντούν στην ερώτηση: Ποιο παπούτσι σου έμεινε;Αν απαντήσουν σωστά βάζουν και το δεύτερο παπούτσι στο κέντρο.Οι νικητές είναι τα ξυπόλητα παιδιά.

- Η κυρία δεν μας έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.Μάλλον θα τα πήρε το αγέρι; Σε ανύποπτο χρόνο τα παπούτσια σκορπίζονται και κρύβονται έξω από την τάξη. Τα παιδιά πρέπει να βρουν το δικό τους ζευγάρι και να τα φορέσουν. Ποιο θα τα καταφέρει πιο γρήγορα;
- Μπερδεμένες πατούσες. Τα παιδιά καθισμένα στον κύκλο. Ένα παιδί βγαίνει από την τάξη. Κάποια παιδιά αλλάζουν το ή τα παπούτσια τους και το παιδί που βγήκε καλείται επιστρέφοντας να βρει την αλλαγή.
- Αλλού το παπούτσι, αλλού το πόδι: Τα παιδιά αντικριστά σε δυο ομάδες. Φορούν ένα δικό τους παπούτσι κι ένα ενός παιδιού από την αντικριστή ομάδα. καλούνται σε ορισμένο χρόνο να βρουν το δεύτερο παπούτσι τους και να το φορέσουν γρήγορα. Μπορούμε να το εξελίξουμε αφού εξοικειωθούν με την γρήγορη αλλαγή να τους ζητάμε να βρουν το αριστερό ή δεξί παπούτσι που σε λάθος πατούσα έχει μπει!
- Το γνωστό παιχνίδι 'Ένα αυτοκινητάκι που όλο όλο τρέχει και που θα σταματήσει" διασκευάζεται για μας και γίνεται "Ένα παπουτσάκι που όλο περπατάει και που θα σταματήσει;". Και γίνεται και κινητικό.τα παιδιά σκορπισμένα στο χώρο λέγοντας το τραγούδι και όταν λέμε και πού θα σταματήσει ακουμπάμε το πρώτο παιδί που βρίσκεται μπροστά μας και καλείται να πει μια τοποθεσία, πχ. στην πλαγιά ενός βουνού...Τότε όλοι σκαρφαλώνουμε. Στο χρώμα τα παιδιά τρέχουν να ακουμπήσουν το χρώμα που θα πει το παιδί. Το παιδί που λέει το χρώμα τ΄ρεχει και κυνηγά τα άλλα πριν προλάβουν να ακουμπήσουν το χρώμα. Όποια πιάνει βγαίνουν από το παιχνίδι. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να μείνει ένας ή δύο.
-Παρέες παπουτσιών. Λέμε ένα αυτοσχέδιο ποίημα: "Είμαι σπέσιαλ παπουτσής σαν κι εμένα δε θα βρεις φτιάχνω παπούτσια διαλεχτά μοιάζουνε σαν να 'ν' γλυπτά...Για ποδαράκια και ποδάρες για πατούσες πατουσάρες παπούτσια για όλους θε να βρεις είμαι φίνος παπουτσής!" Τα παπούτσια των παιδιών "μπαίνουν" στη βιτρίνα του παπουτσή. Πάνω σε δυο τραπέζια τα τοποθετούμε όμως μπερδεμένα ζευγάρια. Ο παπουτσής έχει ξενυχτήσει και είχε πιει και λίγο παραπάνω κρασάκι και έφτιαξε μια βιτρίνα άλλη αντ' άλλων. Τα παιδιά ανά δύο καλούνται να φτιάξουν σωστά τη βιτρίνα του παπουτσή. Ποιος θα φτιάξει τα περισσότερα σωστά ζευγάρια;

Παπουτσοπαραμύθια για όλες τις χρήσεις
Μονοσάνδαλοι, γυάλινα γοβάκια, μαγικές μπότες, σιδερένια παπούτσια... τα παπούτσια μας αφηγούνται τις ιστορίες τους. Πέρα από τα γνωστά παραμύθια σας προτείνουμε...


Το τελευταίο παραμύθι της Αγγ. Βαρελά έγινε αφορμή να φτιάξουμε τα δικά μας παραμύθια. Τα παιδιά σε ομάδες έφτιαξαν "Το γοβάκι που έχασε το ταίρι του" και "Τα ποδοσφαιρικά παπούτσια που είχαν όνειρο να βάλουν γκολ"

Τα σιδερένια παπούτσια
Η Αριλιά Σπάρταλη άκουσε το παραμύθι από την γιαγιά της (1902-1994) που καταγόταν από το Μεγαρίσι Ανατ. Θράκης και έζησε στην Πέρνη Καβάλας.
Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός πατέρας που είχε ένα κοριτσάκι και έμενε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος. Το κοριτσάκι ήταν όμορφο και έξυπνο και όσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφο γινότανε. Όταν  το κορίτσι έγινε δεκαπέντε χρονών, ο πατέρας αρρώστησε βαριά. Έψαξαν και ρώτησαν όποιον γνώριζαν, ποιος ή τι θα μπορούσε να τον γιατρέψει. Έμαθαν ότι για να γίνει καλά, έπρεπε να πάρει φάρμακο από μια μάγισσα που κατοικούσε σε ένα μακρινό βουνό και ήξερε να κάνει πολλά και χρήσιμα πράγματα. Η μάγισσα αυτή έβοσκε μόνη τα πρόβατά της κι όποιος κατάφερνε να την συναντήσει δύσκολά γλύτωνε από τα μάγια. Το σπίτι της ήταν κρυμμένο μέσα στο δάσος. Το δάσος είχε πολλά μονοπάτια και διασταυρώσεις για να μπερδέυονται  και να χάνονται οι άνθρώποι.  Παρά όλους αυτούς τους κινδύνους, το κορίτσι αποφάσισε να πάει στο μακρινό βουνό να φέρει το φάρμακο. Ήξερε όμως πως για να φτάσει στην μάγισσα έπρεπε να έχει σιδερένια παπούτσια.
Πού θα βρω σιδερένια παπούτσια πατέρα;
Ο πατέρας γνώριζε σχετικά και συμβούλευσε το παιδί του:
Πάρε δυο κομμάτια βουβαλίσιο δέρμα και χτυπά τα πολλές φορές να τα κάνεις σκληρά σαν σίδερο. Μετά κόψ’ τα στα μέτρα των ποδιών σου και ραψ’ τα με ένα σπάγγο από ξεραμένα γατίσια έντερα.
Το κορίτσι ντύνεται καλά, φοράει τα παπούτσια και ξεκινάει. Προχωρούσε, προχωρούσε και βρέθηκε μπροστά από δύο μονοπάτια, αλλά έπρεπε να διαλέξει ένα από τα δύο. Εκεί που σκεφτόνταν βλέπει μπροστά της έναν σκαντζόχοιρο που πήγαινε τσικ-τσικ. Τον ακολουθεί μέχρι που κατέβηκαν παρέα το πρώτο βουνό. Τώρα, βρέθηκε μπροστά από τρία μονοπάτια που έπρεπε να διαλέξει και έκατσε να σκεφτεί. Βλέπει τότε έναν κότσυφα που προχωρούσε πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Τον ακολουθεί και ανεβαίνουν στο δεύτερο βουνό. Τότε βρίσκεται μπροστά από τέσσερα μονοπάτια. Εδώ πια η δυσκολία ήταν μεγάλη και προβληματίστηκε πολύ. Κοίταζε γύρω γύρω να βρει κάποιο σημάδι και βλέπει στο ένα μονοπάτι κοπριές από πρόβατα και μαλλιά σκαλωμένα στα κατωκλάδια των θάμνων.
Από εδώ θα πάω…
…λέει στον εαυτό της και προχωράει θαρρετά. Όσο ζύγωνε κοντά στο σπίτι, τόσο τα τριβόλια κάτω από τα πόδια της ακούγονταν πιο δυνατά. Έσπαγαν, ράγιζαν και τσακίζονταν, αλλά τα σιδερένια παπούτσια ήταν γερά και άντεχαν στα αγκαθωτά τσιμπήματα. Η όμορφη κόρη περνάει την αυλή και χτυπάει την πόρτα του σπιτιού.
Αν είσαι φίλος, έλα μέσα, αν δεν είσαι φύγε!
…ακούγεται από μέσα μια φωνή.
Φίλη είμαι και ζητώ φάρμακο για τον πατέρα μου που είναι άρρωστος.
…απαντάει το κορίτσι. Ανοίγει την πόρτα ο γιος της μάγισσας, ο Αγγίτης. Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας και από εκείνη την στιγμή την ερωτεύτηκε. Η μάγισσα λέει στο κορίτσι:
Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα. Αφού κατάφερες να φτάσεις έως εδώ, θα αποκτήσεις αυτό που επιθυμείς. Να ξέρεις, εγώ διάβασα τα μερομήνια κι έμαθα πως ο πατέρας σου είναι άρρωστος. Για να ετοιμάσω και να σου παραδώσω το φάρμακο, πρέπει να κάνεις τρεις δουλειές εδώ. Πρώτα – πρώτα θα κάνεις ομελέτα να φάμε, χωρίς να σπάσεις τα αυγά που θα σου δώσω. Μετά θα πλύνεις τα πιάτα, χωρίς να ξοδέψεις το νερό που θα σου δώσω και το τρίτο θα είναι να σκουπίσεις τα σκουπισμένα και τα ασκούπιστα.
Η κοπέλα που άκουσε αυτά τα λόγια, έμεινε στην αρχή απορημένη και στεναχωρεμένη. Μετά από λίγο σκέφτηκε όμως  πώς θα λύσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Στο μεταξύ, η μάγισσα έφερε μπροστά της, τα αυγά για την ομελέτα, το νερό για το καθάρισμα και την σκούπα για το σκούπισμα.
Εδώ είναι όλα τα πράγματα που χρειάζεσαι. Κάνε με την σειρά τις δουλειές που σου είπα κι εγώ θα δω αν τα έκανες όλα καλά.
…είπε η μάγισσα. Η κοπέλα που ήταν έξυπνη άρχισε πρώτα με την ομελέτα. Βγαίνει έξω από σπίτι, πηγαίνει ως το κοτέτσι, παίρνει άλλα αυγά και τα τηγανίζει. Έτσι η ομελέτα έγινε χωρίς να σπάσουν τα αυγά που της έδωσε η μάγισσα. Μετά στρώνει το τραπέζι και φωνάζει την μάγισσα να ελέγξει αν τα έκανε σωστά. Η μάγισσα έρχεται βλέπει το τραπέζι στρωμένο, τα αυγά άσπαστα, όπως τα είχε αφήσει και την ομελέτα έτοιμη. Κατάλαβε τι είχε γίνει, αλλά η κοπέλα ήταν εντάξει γιατί έκανε ακριβώς ότι της είχε ζητηθεί. Κάθισαν στο τραπέζι και έφαγαν.
Τώρα η κοπέλα έπρεπε να πλύνει τα πιάτα χωρίς να χρησιμοποιήσει το νερό. Βγαίνει έξω από το σπίτι με έναν κουβά που βρήκε στο χέρι και πηγαίνει προς το πηγάδι. Βγάζει νερό, γεμίζει δυο στάμνες και τις φέρνει σπίτι. Πλένει καθαρά και όμορφα όλα τα πιάτα και φωνάζει την μάγισσα.
Έλα να δεις κυρά. Έκανα την δουλειά που είπες!
Έρχεται η μάγισσα και τα βλέπει όλα εντάξει. Τα πιάτα πλυμένα και οι στάμνες γεμάτες νερό. Η δουλειά είχε γίνει κανονικά και δεν είπε τίποτα. Τώρα ήρθε η ώρα για την τελευταία δοκιμασία. Το κορίτσι σκεφτόταν τι να κάνει και δεν μπορούσε να βρει λύση. Έρχεται κρυφά ο Αγγίτης και της λέει κρυφά το μυστικό, γιατί από την πρώτη ματιά είχε καρδιοχτυπήσει για την κοπέλα.
Θα σκουπίσεις όλο το σπίτι και θα μαζέψεις τα σκουπίδια στις γωνιές να σκεπαστούν με τις σκούπες. Έτσι το σπίτι θα είναι σκουπισμένο και ασκούπιστο, της είπε ο Αγγίτης.
Η κόρη έκανε όπως συμβούλευσε το αγόρι και ολοκλήρωσε την δουλειά. Έρχεται η μάγισσα να τα ελέγξει. Όλα είχαν γίνει σωστά και όπως τα είχε ζητήσει. Κατάλαβε όμως πως ο Αγγίτης είχε βοηθήσει την κοπέλα και λέει:
Και του μάγου θυγατέρα Αγγίτης ορμήνευσε
όσο είδα εγώ τον Αγγίτη
κι ο Αγγίτης είδε εμένα.
Τόσο να τον χαρείς εσύ, τόσο να τον κερδίσεις.
Τώρα η μάγισσα δεν μπόρεσε να το αποφύγει και ετοίμασε το φάρμακο να το δώσει στην κοπέλα. Εκείνη την στιγμή έρχεται ο Αγγίτης και λέει:
Μάνα εγώ αγάπησα αυτή την κόρη. Θέλω να την παρω γυναίκα μου και ζητάω την ευχή σου.
Ναι, αλλά ρωτά πρώτα την κοπέλα!
Τότε το παιδί ρωτάει την κόρη:
Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;
Εγώ θέλω, αλλά να αποφασίσει ο πατέρας μου. Θα πάω να του δώσω το γιατρικό, να γίνει καλά και μετά θα τον ρωτήσω αν δέχεται να σε πάρω για άντρα μου.
Τα πράγματα έγιναν έτσι. Η κοπέλα πήγε το φάρμακο, ο πατέρας έγινε καλά και μετά έγινε ο γάμος που κράτησε μια βδομάδα.
Με καλέσαν να πάω να χορέψω με γοβάκια και να φάω. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα._
Ο Φαντασμένος Τσαγκάρης και οι Ιπτάμενες μπότες
Ένας τσαγκάρης κάποτε σε ένα βασίλειο είχε πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για το ταλέντο του και τα παπούτσια που έραβε για τον πρίγκηπα. Είχε τόσο μεγάλη έπαρση που απέδιδε στα παπούτσια που έραβε μαγικές ιδιότητες και τα διαφήμιζε χρησιμοποιώντας μεγάλα λόγια και παχιά, θεωρώντας πως πρόκειται για κάτι πραγματικά φανταστικό. Ο πρίγκηπας πάλι, που κάθε τρεις και λίγο του ζητούσε να του ράβει καινούρια παπούτσια, αναγνώριζε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε ταλέντο, αλλά θεωρούσε ότι ήταν φαντασμένος και ότι ο κύριος στόχος του ήταν τα λεφτά.
Έτσι μια μέρα και αφού πήρε την γνώμη των συμβούλων του, σκέφτηκε να τον δοκιμάσει. Τον επισκέφτηκε στο τσαγκαράδικό του και ζήτησε να ράψει ένα ζευγάρι παπούτσια τόσο άνετα, που με αυτά θα μπορούσε να πετάξει. Για να τον πείσει μάλιστα για τις προθέσεις του, του υποσχέθηκε τρία μεγάλα σακιά με χρυσά φλουριά ως αμοιβή. Ο τσαγκάρης δεν δίστασε καθόλου: δέχτηκε την προσφορά του πρίγκηπα και στρώθηκε στην δουλειά. 
Οι μέρες περνούσαν και ο τσαγκάρης δούλευε νυχθημερόν χωρίς να ανοίξει καθόλου τα παράθυρα του τσαγκαράδικου. Οι χωρικοί στην αρχή παραξενεύτηκαν, ωστόσο μόλις εξαπλώθηκε η φήμη ότι δουλεύει πάνω στα νέα παπούτσια του πρίγκηπα, θεώρησαν πως θα είναι ένα τόσο σημαντικό έργο που δεν θα μπορούσε να του αποσπάσει τίποτα την προσοχή. Μετά από μερικές μέρες, όταν ο τσαγκάρης άνοιξε επιτέλους τα παράθυρα, είχε έτοιμο στον πάγκο του ένα ζευγάρι πανέμορφες μπότες με φτερά.
Κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους του τσαγκαράδικου, πρόβαρε τις μπότες κάνοντας δρασκελιές. Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός του, που οι δρασκελιές του του φαίνονταν σαν να πετάει. Όταν λοιπόν πλέον ήταν έτοιμος, παρουσιάστηκε μπροστά στον πρίγκηπα για να ζητήσει την αμοιβή του.
Όμως ο πρίγκηπας του ζήτησε να του κάνει μια επίδειξη των δυνατοτήτων των νέων του παπουτσιών. Τότε αυτός, γεμάτος έπαρση, ζήτησε να ανέβουν στον ψηλότερο πύργο του Κάστρου. Από κάτω μαζεύτηκε πλήθος υπηκόων που περίμεναν να δουν τον τσαγκάρη να πετάει.
Αυτός φόρεσε τα φτερωτά παπούτσια και μπροστά στα έκπληκτα μάτια του πρίγκηπα και των υπηκόων, έκανε μια βουτιά στο κενό, πιστεύοντας ότι θα πετάξει. Αντί όμως να πετάξει, έπεσε από τον ψηλό πύργο και ευτυχώς προσγειώθηκε πάνω σε μια άμαξα γεμάτη σανό και σώθηκε.
Οι χωρικοί και ο πρίγκηπας έσκασαν στα γέλια με το πάθημα του φαντασμένου τσαγκάρη. Αυτός πάλι, με την λαχτάρα που πήρε, από κει και ύστερα μετρούσε πολύ τις λέξεις του και δεν υποσχόταν ποτέ το ακατόρθωτο.

Παπουτσωμένα φύλλα εργασίας:

 
Ένα ζευγάρι παπούτσια σε ένα κουτί, μου 'φερε η θεία η Κική,
 που μένει στη Καισαριανή.

Συνεχίζω τη ζωγραφική και ελπίζω το παπούτσι να χαρεί.
(σημείο αναφοράς ένα ζευγάρι παπούτσια κολλημέν στο χαρτί 
και το παιδί υποθέτει ποιος θα μπορούσε να το φοράει)



Δεν του αρέσει να γίνεται μούσκεμα από την βροχή 
και προτιμά να τυλιχτεί σε μια πολύχρωμη γραμμή.

Τι κι αν ήταν μια μπότα παλιά,πεταμένη στου κήπου τη γωνιά.
Εκείνη ήξερε να "ανθίζει" ξανά και ξανά.

Ποιος μένει σ' αυτή την παπουτσογειτονιά;
Η φαντασία των παιδιών "γεννά"...


"Η παντόφλα" της Άλκηστις Κοντογιάννη (ομαδική εργασία)

"Ο μαγικός περίπατος των παπουτσιών Τάκη και Σάκη", Χρήστος Μπουλώτης.


Πριν μας δώσετε τα παπούτσια στο χέρι, 
φεύγουμε και θα μας δείτε ξανά, με ένα καινούριο χαμπέρι!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου