Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Η ΚΥΡΙΑ "ΑΝΟΙΞΕ"


Η ΚΥΡΙΑ "ΑΝΟΙΞΕ"


Έψαχνα πολύ καιρό να βρω από που βγήκε η φράση "άλλα λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ' αυτιά μου".Κι όταν λέω έψαχνα, δεν σας μιλάω για λίγο αλλά για πολύ.Τόμους βιβλία, χιλιάδες ερωτήσεις σε φίλους και γνωστούς.
Και την απάντηση την πήρα, μετά από καιρό, από μια θεία μου, που ήρθε από το χωριό. Μια απάντηση, από μια ιστορία που μου είπε.
 Ας ξεκινήσω όμως από την αρχή.
Ένα κορίτσι. Όχι μεγάλο, αλλά μικρό σαν λουλούδι. Ένα κορίτσι που πήγαινε νηπιαγωγείο.Ονόματι Μυρτώ. Σκέτη γλύκα. Με τα λόγια της, τις ζαβολιές της και τη ζωηράδα της.
Το μόνο παράξενο που είχε η Μυρτώ, ήταν τα αυτιά της. Όχι! Μη φανταστείς ότι είχε μεγάλα αυτιά σαν κουπιά. Είχε αυτιά που άκουγαν τις προτάσεις διαφορετικά.
Τι εννοώ;
Όταν η μαμά της έλεγε: "Λέρωσες το χαλί" η Μυρτώ άκουγε:" Είναι ώρα για ένα φιλί"
Η γιαγιά που δεν έβλεπε καλά, χωρίς τα γυαλιά της, όταν έψαχνε τη βελόνα της,της φώναζε:"Θα με βοηθήσεις, γιατί δεν βλέπω καλά;" και η Μυρτώ άκουγε:"Θα με κάνεις μια αγκαλιά;"
Την πήγαν σε πολλούς γιατρούς. Την εξέτασαν,για να βρουν τι φταίει, που η Μυρτώ αλλάζει τις λέξεις στις προτάσεις.
"Όλα καλά" είπε ο ένας.
"Κανένα πρόβλημα" είπε ο άλλος.
Και οι γονείς περίμεναν πια το χρόνο να περάσει, η Μυρτώ να μεγαλώσει και να διορθωθεί.
Στα μισά μιας εποχής, μια μέρα ηλιόλουστη, η Μυρτώ ήταν μέσα στη τάξη με τους συμμαθητές της.
Ήταν ενθουσιασμένη, γιατί συζήτησαν με την κυρία για μια όμορφη κυρά που την έλεγαν... Να δεις πως την έλεγαν... 
Α! Ναι! Κυρία "Άνοιξε"!
Η Μυρτώ έλεγε συνέχεια και συνέχεια το όνομα της, για να μην το ξεχάσει.
Κυρία "Άνοιξε"!
Το άκουσε η πόρτα της τάξης και άνοιξε διάπλατα. Τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, πετάχτηκαν όλα στην αυλή.Σκαρφάλωσαν στην τσουλήθρα, έκαναν τραμπάλα, έπαιξαν κυνηγητό.Και η κυρία, μόνη μέσα στη τάξη, προσπαθούσε να καταλάβει, πως έγινε αυτό.
Η Μυρτώ, έξω στην αυλή, έτρεξε κοντά σε μια χελιδονοφωλιά, που ήταν χτισμένη στο υπόστεγο του σχολείου.Εκείνη την ώρα η χελιδόνα τάιζε τα μικρά της.
Ήρθε η "Άνοιξε", είπε το κορίτσι.
Το πουλί την άκουσε,άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά, αφήνοντας νηστικά τα μικρά του, που άρχισαν να τιτιβίζουν.
Το άκουσε και η ελληνική σημαία, που είχε τυλιχτεί παράξενα στο κοντάρι.Θέλησε να ξεδιπλωθεί για να τραγουδήσει τον εθνικό ύμνο. Προσπάθησε να ανοίξει τις γαλάζιες και  τις άσπρες ρίγες της για να τις χαϊδέψει η Κυρά που έλεγε το κορίτσι. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σχιστεί στις άκρες.
Στο δρόμο για το σπίτι, η Μυρτώ συνέχισε να φωνάζει: "Ήρθε η Άνοιξε", "Ήρθε η Άνοιξε".
Την άκουσε ο ήλιος και άπλωσε την πιο αγαπημένη του ηλιαχτίδα. Την άνοιξε τόσο πολύ, που εκείνη αγκάλιασε ένα σύννεφο που ήταν κοντά της.Κρύφτηκε ο ήλιος και άρχισε να ψιλοβρέχει.
Οι άνθρωποι, ακούγοντας το μικρό κορίτσι, άνοιξαν τις ομπρέλες τους και το κοίταξαν με περιέργεια.
Σαν έφτασε στον κήπο του σπιτιού της. έτρεξε κοντά στην αγαπημένη της κερασιά, για να της πει τα νέα.Το δέντρο, μόλις την είδε, την χαιρέτησε, κουνώντας τα φύλλα του. Για να την ευχαριστήσει, τίναξε ένα από τα κλαδιά του.Ένα ζευγάρι κεράσια στάθηκε στο αυτί της Μυρτώς, σαν σκουλαρίκι.
-Κερασιά μου, τα έμαθες; Ήρθε η "Άνοιξε"!
Τ' άκουσαν τα κεράσια, που ήταν γαντζωμένα στο αυτί της.Άνοιξαν στη μέση και έπεσαν κάτω στο χώμα.
Δεν βαστιόταν το παιδί και έτρεξε κοντά στη φραουλιά.Έσκυψε κοντά της και της ψιθύρισε:
-Κοκκινούλα μου, ήρθε η "Άνοιξε".
Το άκουσε εκείνη και άρχισε να κουνιέται τόσο πολύ, που οι καρποί της ξεκόλλησαν από το κοτσάνι και πέφτοντας κάτω, άνοιξαν στη μέση.
Ούτε που τους έδωσε σημασία το κορίτσι και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά του σπιτιού φωνάζοντας: "Άνοιξε", ήρθε η Άνοιξε".
Την άκουσε το παράθυρο και το έκανε. Μυρωδιά από νοτισμένο χώμα και γύρη πλημμύρισε τα δωμάτια.
Την άκουσε και ένα αυγό, που είχε αφήσει η μαμά στο τραπέζι. Κύλησε παραξενεμένο και βάφτηκε κόκκινο από τις νερομπογιές που είχε αφήσει το παιδί. Δυστυχώς όμως το αυγό δεν σταμάτησε εκεί. Κύλησε, κύλησε, μέχρι που έπεσε κάτω από το τραπέζι. Κόκκινα τσόφλια, ασπράδι και κρόκος πάνω στο χαλί.
Άκουσαν τα νέα και τα λουλούδια, που ήταν στο βάζο. Άνοιξαν, άνοιξαν τα πέταλα τους τόσο πολύ, που στο τέλος κόπηκαν και έπεσαν πάνω στο τραπεζομάντηλο της μαμάς.
Μόνο ένα μπουμπούκι έμεινε ατάραχο, σ' αυτόν τον πανικό.
-Μυρτώ, Μυρτώ, της φώναξε αδύναμα.
Το κορίτσι προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Μέσα στην απορία της, πλησίασε το βάζο από όπου ερχόταν η λεπτή φωνή.
Κοίταξε το μπουμπούκι σαστισμένη και στεναχωρημένη για όλα αυτά που είχαν συμβεί.
-Μα εγώ δεν έκανα τίποτα, είπε.Ήθελα να πω σε όλους ότι ήρθε η "Άνοιξε"
-Δεν την λένε "Άνοιξε", αλλά Άνοιξη της είπε το μπουμπούκι και συνέχισε...
Άλλα λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ' αυτιά μου. Χάλια τα έκανες πάλι Μυρτώ.
και το κορίτσι έτρεξε και έφερε ένα ποτήρι νερό και έβαλε το μπουμπούκι μέσα.
Γιατί αντί για "χάλια τα 'κανες Μυρτώ", εκείνη άκουσε "φέρε ένα ποτήρι νερό".
Από κείνο το τραπέζι, το μπουμπούκι είπε την ιστορία στη θεία μου και έτσι την άκουσαν τα αυτιά μου.
Φυσικά ρώτησα και για την Μυρτώ. Που βρίσκεται; Τι κάνει;
Η θεία μου είπε ότι μεγάλωσε πια. Έγινε ολόκληρη κοπέλα και σταμάτησε να αλλάζει λέξεις και προτάσεις.
Έγινε μια σπουδαία γιατρός. Εξετάζει παιδιά που δεν ακούνε καλά και άλλα που τους  αρέσει να ακούν ότι θέλουν.

-Καλώς ήρθες Άνοιξη λοιπόν!
-τι μου είπες; Φύγε από ΄δω;


Ένα παραμύθι όμως δεν τελειώνει εδώ.
-Παιδιά χρειάζονται εικόνες τα παραμύθια!
-Τι μας είπες; Θέλεις να μαγειρέψεις ρεβίθια;
-Όχι! Να σας χαρώ. Μπορείτε να βάλετε εικόνες στο παραμύθι;







Σας ευχαριστώ παιδιά, μέσα από την καρδιά!

2 σχόλια: